Project Description

Κώστας Λούστας
Cielo e mar
Επιμέλεια: Σταυρούλα Μαυρογένη

Κατά την πρώτη μεταπολεμική περίοδο η Θεσσαλονίκη προβάλλει ένα πρόσωπο όπου ο μοντερνισμός συμβιώνει με την εκλεκτικιστική παράδοση, ενώ παράλληλα η βυζαντινή και τοπική μακεδονική αρχιτεκτονική διεκδικούν τον δικό τους χώρο στην πόλη.

Οι προσεγγίσεις του κάθε ζωγράφου και η βιωματική του σχέση με το αστικό περιβάλλον, δημιουργούν την ομάδα των Θεσσαλονικέων ζωγράφων. Η ατμόσφαιρα της πόλης, καλλιεργεί ένα ξεχωριστό πνευματικό κλίμα, καθώς οι ζωγράφοι ωθούνται σε μια άσκηση οπτικής με αποτέλεσμα την όξυνση της παρατηρητικότητας και την ιδιότυπη χρήση του φωτός και του χρώματος. Αυτή η ιδιαίτερη μορφολογική οπτική της ομάδας των Θεσσαλονικέων ζωγράφων αναπτύσσεται παράλληλα με τους προβληματισμούς των εκφραστών της συμβολικής αφαιρετικής ζωγραφικής οι οποίοι επισημαίνουν το πολυσήμαντο ιστορικό και πολιτιστικό ορόσημο της Θεσσαλονίκης.

Μέσα σε αυτό το κλίμα πρόβαλε σαν «έρημη νησίδα σ΄ ένα αχανή ωκεανό, που δεν πάει εκεί ούτε αγριοπούλι, ούτε ψαροπούλι, ούτε ψάρι…..» κατά τον ποιητικό αυτοπροσδιορισμό του, μια άλλη φυσιογνωμία, εκείνη του Κώστα Λούστα. Γεννημένος στην Αθήνα και μεγαλωμένος στην Φλώρινα, ο Λούστας έφερε μαζί του την εικαστική κληρονομιά της Μακεδονίας. Τα μετέπειτά του ταξίδια στον κόσμο ενδυνάμωσαν το έργο του με τον κοσμοπολίτικο αέρα μιας διαφορετικής δημιουργίας και προσέδωσαν στον εικαστικό χώρο της Θεσσαλονίκης μια νέα ανανεωτική θεώρηση για την τέχνη.

Από την  πρώτη του  έκθεση το 1961 δυστυχώς δεν έχουν διασωθεί αρκετά έργα, μιας και η γκαλερί με την οποία συνεργαζόταν καταστράφηκε μετά από φωτιά και τα έργα του κάηκαν. Από αυτή την άποψη, μεγάλη σημασία για τη ζωγραφική του παραγωγή αποδίδεται στα έργα του «Κασσάνδρα» 1973, 35×50, «Κασσάνδρα» 1973, 35×50 και «Κασσάνδρα» 1974, 48×68. Σε αυτά τα  έργα αναγνωρίζουμε την προσπάθειά του να  προσεγγίσει το ελληνικό τοπίο μέσα από την εμπειρία της σύγχρονης τέχνης. Η επίδραση του εξπρεσιονισμού  δεν φτάνει ποτέ στη βιαιότητα της έκφρασης των βορειοευρωπαίων ομοτέχνων του. Η χρωματική του παλέτα δημιουργεί τις κατάλληλες αντιθέσεις του ελληνικού φωτός και προσθέτει μια λυρική αφαίρεση στα έργα του.

Ωστόσο θα ήταν άδικο να τον εντάξουμε σε ένα μόνο εικαστικό κίνημα. Αυτή είναι ίσως και η μοναδικότητα του καλλιτέχνη. Ο θεατής μέσα από τα έργα της δεκαετίας του ΄80 αναγνωρίζει τοπία της περιοχής της Αρετσούς, του Μαρμαρά αλλά και της Αμουλιανής. Θαρρείς και ο Λούστας ξαναγυρίζει στις αρχικές του αναζητήσεις, στην εποχή μετά τις σπουδές του στη ΑΣΚΤ που «εγκατέστησε το αντίσκηνό του στην Αρετσού και ζωγράφιζε μ’ έναν δικό του λιτό ιμπρεσιονισμό», όπως αναφέρει η Κιλεσοπούλου.

Συνεχίζοντας την εικαστική περιήγηση του έργου του από την δεκαετία του ’90, εντύπωση προκαλούν τα έργα του «Ποσείδι Κασσάνδρα» του 1998, 59×29 όπου ο Λούστας μας ξαφνιάζει ευχάριστα παραδίδοντάς μια θαλασσογραφία μοναδική, με έμφαση στην αναπαράσταση του φωτός, καθώς και στην αποτύπωση της άμεσης εντύπωσής του. Ο καλλιτέχνης ωστόσο δεν παύει να δημιουργεί με μοναδικό δικό του τρόπο, χρησιμοποιώντας όλες τις τεχνικές που θα του δώσουν το αποτέλεσμα που ο ίδιος επιζητά. Έτσι, στο προερχόμενο από την ίδια περίοδο έργο του «Σίφνος» 1997, 75×61, ο Λούστας μας μεταφέρει στο θαλασσινό τοπίο, που είναι ιδωμένο από μια ασυνήθιστη οπτική γωνία, καθώς βλέπει τη θάλασσα σαν ένας άγγελος που  ίπταται· μας χαρίζει το μοναδικό έργο της φύσης, με το φως να ανακλάται πάνω στα αντικείμενα και το αποτυπώνει με τρόπο που θαρρείς ότι πηγάζει από κάποιο επιστημονικό ενδιαφέρον.

Σταυρούλα Μαυρογένη
Αν. Καθηγήτρια ΠΑΜΑΚ

 


Ο Κώστας Λούστας, που άφησε έντονα το αποτύπωμά του στην πνευματική ζωή του τόπου, υπήρξε πολυτάλαντος και παράλληλα με τη ζωγραφική, ασχολήθηκε με τη λογοτεχνία, τη δημοσιογραφία και τη μουσική. Στην επέτειο των πέντε χρόνων από το θάνατό του, η Nitra Gallery στη Θεσσαλονίκη οργανώνει προς τιμήν του την 3η ατομική του έκθεση στη γκαλερί και επιχειρεί να παρουσιάσει στο κοινό όλες αυτές τις αθέατες στιγμές ενός μεγάλου καλλιτέχνη.

Η έκθεση παίρνει το όνομά της από το τραγούδι “Cielo e mar” του Μάριο ντελ Μόνακο, τον οποίο γνώρισε ο Λούστας στο ταξίδι της επιστροφής του από την Αμερική, το Σεπτέμβρη του ’65.

Ο ίδιος αναφέρεται στο  γεγονός: «στα μισά» του Ατλαντικού!… πάνω στο «CRISTOFORO COLOMBO» που γυρνούσε στη Γένοβα, ξεκινώντας από τη Νέα Υόρκη.. Στο φουαγιέ της πρώτης θέσης έχω εγκαίνια από κάτι υπόλοιπα έργα ζωγραφικής που έφερνα πίσω στην Ελλάδα, έργα της προσωπικής μου συλλογής (ύστερα από αίτημα του πλοιάρχου). Εκείνο το αξέχαστο βράδυ γνώρισα και τον Μάριο ντελ Μόνακο!… (από κοντά… όλο από δίσκους τον άκουγα…)….. Γρήγορα γίναμε «κολλητάρια»! Δυο ψυχές πανομοιότυπες που έσμιξαν από σύμπτωση στο γύρισμα των ανέμων  … Ψηλά, στην τελευταία γέφυρα του πλοίου την ημέρα χαζεύαμε τον Ωκεανό!… τραγουδώντας ντουέτο “Cielo e mar”…..


Ο Κώστας Λούστας (1933-2014) γεννήθηκε στην Αθήνα, μεγάλωσε στη Φλώρινα και σπούδασε στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας (1953-1958) με δάσκαλο τον Γιάννη Μόραλη και Μιχάλη Τόμπρο. Υπήρξε ένα από τα ιδρυτικά στελέχη του Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης της Φλώρινας, στέλεχος της εικαστικής επιτροπής των Δημητρίων επί σειρά ετών, μέλος του Εικαστικού Επιμελητηρίου Ελλάδος και μέλος του διοικητικού συμβουλίου του Κρατικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης. Έχει  συμμετάσχει σε πολλές ομαδικές και ατομικές εκθέσεις, ενώ έργα του ανήκουν σε σημαντικές συλλογές της Ελλάδας και του Εξωτερικού. Παράλληλα με τη ζωγραφική, ο Λούστας ασχολήθηκε με τη λογοτεχνία, τη μουσική  και τη δημοσιογραφία. Ειδικές διακρίσεις έλαβε για την προσφορά του στις τέχνες και τα γράμματα και έχει τιμηθεί με βραβείο από το  Σύλλογο Ελλήνων Λογοτεχνών το 1977.