Project Description

 Επιγράμματα

Συμμετέχουν:  

Αναστασία Δούκα, Δημήτριος Κουνάδης, Παναγιώτης Λουκάς / Μαλβίνα Παναγιωτίδη, Μάρω Μιχαλακάκου, Κώστας Μπασάνος, Κύριλλος Σαρρής, Μαρία Τζανάκου

Επιμέλεια έκθεσης: Χριστόφορος Μαρίνος

Η έκθεση Επιγράμματα περιλαμβάνει έργα τα οποία λειτουργούν όπως ένα επίγραμμα: είτε αποτελουν ωδές που αφηγούνται την εμπειρία μιας απώλειας είτε μνημονεύουν ένα πρόσωπο ή ένα συμβάν με έξυπνο και ελεγειακό τρόπο. Κάθε ένα από τα έργα της έκθεσης συνοψίζει το πνεύμα της δουλειάς του καλλιτέχνη συνδυάζοντας επιδεξιότητα και ποιητική μαστοριά.

Η έκθεση ξεκινά με έναν χωρισμό. Δύο άνθρωποι δεν είναι πια μαζί, ενωμένοι όπως πριν. Μία αγγλική λέξη, το «μαζί» (TOGETHER) σπάει στα δύο, μεταμορφώνεται (το TO γίνεται TWO) και αποτυπώνεται με μολύβι σε δύο μικρά τετράγωνα κομμάτια πέτρας τα οποία εφάπτονται σχηματίζοντας γωνία. Ένα γλωσσικό παιχνίδι βγαλμένο από τον κόσμο του Wittgenstein, αλλά και από την ίδια τη ζωή. Ο ήχος και ο απόηχος –η γλυπτικότητα– μιας λέξης, το μαζί μέσα στο δύο: το πρώτο εμφανίζεται σαν φάντασμα και το δεύτερο σαν ίχνος. Το TWOGETHER της Μαρίας Τζανάκου είναι το απόλυτο επίγραμμα για έναν χωρισμό, για μια βαθιά απώλεια. Είναι απόλυτο και είναι επίγραμμα γιατί με ευσύνοπτο τρόπο, περιεκτικά και σύντομα, αποδίδει το σοκ μιας συναισθηματικής ρήξης και μας προετοιμάζει για τα επακόλουθα του συμβάντος.

Από το «Δεν είμαστε πλέον μαζί» μεταφερόμαστε στο «Δεν είναι πια μαζί μας». Μια είδηση από τον Μάρτιο του 1976, με θέμα «Έργα γλυπτικής του λαϊκού καλλιτέχνη Δημήτριου Κουνάδη», αλιεύεται από το Εθνικό Οπτικοακουστικό Αρχείο και παρουσιάζεται σε ένα άλλο πλαίσιο, ως έκθεμα. Το θέμα της είδησης, η οποία σήμερα λειτουργεί ως επίγραμμα, είναι ένας ξεχασμένος λαϊκός καλλιτέχνης, απολύτως άγνωστος στην επικράτεια του Google. Το όραμά του, όμως, μοιάζει να μας αφορά: ο πετρωμένος ζωολογικός κήπος που έφτιαξε στο σπίτι του στη Νέα Κηφισιά παραπέμπει στο Palais Ideal του ταχυδρόμου Ferdinand Cheval. Για κάποιους από εμάς ο φανταστικός κύριος Δημήτριος Κουνάδης είναι μια μυθική φιγούρα, ένας ήρωας βγαλμένος από τις ταινίες του Wes Anderson και του Tim Burton.

Ο Παναγιώτης Λουκάς και η Μαλβίνα Παναγιωτίδη ενώνουν τις δυνάμεις τους και μας παραδίδουν ένα μικρό γλυπτό με τίτλο Spirit II, φτιαγμένο από ψυχρό πηλό, γυαλί και ακρυλικό χρώμα. Το Πνεύμα τους προσκαλεί τον θεατή σε μία Περιπέτεια, σε ένα Παραμύθι: ας σκεφτούμε τα ομιλούντα λουλούδια στην Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων του Lewis Carroll ή το Ταξίδι στο φεγγάρι του George Méliès ή τη λιθογραφική σειρά Les Origins (1883) του Odilon Redon ή τον κήπο του κύριου Κουνάδη. Από την άλλη, για να θυμηθούμε έναν γνωστό πίνακα του Συμβολιστή Paul Gauguin (Manao Tupapau, 1892), «το πνεύμα των νεκρών αγρυπνά». Εν προκειμένω, το Spirit II είναι τρομακτικό και κωμικό ταυτόχρονα, φέρει δηλαδή μία από τις βασικές ιδιότητες του γκροτέσκου έργου, όπου η ανθρώπινη μορφή (στην περίπτωσή μας τα γυάλινα μάτια) διαπλέκεται με φυτικά και ζωικά μοτίβα. Τι άλλο να προσθέσει κανείς; There Was Perhaps a First Vision Attempted in the Flower

Οι δύο ακουαρέλες σε χαρτί της Μάρως Μιχαλακάκου απεικονίζουν την ίδια ονειρική σκηνή με διαφορετικό τρόπο. Είναι παραλλαγές στο ίδιο θέμα, όπως συνήθως λέμε. Τέσσερα ζώα (γάτα, σκύλος, φίδι, πουλί) και ένα ανθισμένο δέντρο είναι οι πρωταγωνιστές των δύο παρόμοιων σχεδίων. Τα ζώα εδώ συνυπάρχουν σχεδόν ερωτικά, το ένα συνδέεται με το άλλο. Ίσως έχουμε μπροστά μας μια σκηνή ήπιας έντασης από τον Κήπο της Εδέμ, όπως στους πίνακες με ζώα των Φλαμανδών ζωγράφων Paul de Vos και Jan Wildens, αλλά και του Γάλλου Alexandre-François Desportes. Ωστόσο, τα ζώα της Μιχαλακάκου στρέφουν το βλέμμα τους προς το μέρος μας, κι αυτό, σε συνδυασμό με τα ανθρώπινα χαρακτηριστικά τους, προκαλεί ενόχληση. Για τα δεσμά που ενώνουν αυτά τα ζώα δεν χρειάζεται να νιώθουμε οίκτο.

Η λεοπάρδαλη του χιονιού είναι απειλούμενο είδος και ένα σπάνιο θέαμα. Ο Κώστας Μπασάνος δεν αποτυπώνει το ίδιο το ζώο αλλά δουλεύει μια φράση που αναφέρεται σε αυτό. Ο τίτλος του έργου, Appearing and disappearing as if in a dream, είναι απόσπασμα από ένα κείμενο του φυσιοδίφη George Schaller στο οποίο περιγράφει τη μαγική στιγμή της πρώτης του συνάντησης με τη λεοπάρδαλη του χιονιού στα Ιμαλάια τη δεκαετία του ’70. Ο καλλιτέχνης φωτογράφισε την πινακίδα με τη συγκεκριμένη φράση σε μια επίσκεψή του στον ζωολογικό κήπο του Central Park της Νέας Υόρκης. Για τον ίδιο, όπως λέει, η προέλευση του αποσπάσματος δεν έχει τόσο σημασία, αφού δεν χαρακτηρίζει σημασιολογικά το έργο του. Κι όμως, ο ενθουσιασμός που μοιράζεται με τον Schaller είναι σίγουρα αξιοπρόσεκτος: πίσω από αυτή την καταγραφή μιας ισχυρής εντύπωσης κρύβεται η διαλογική σχέση εικόνας και κειμένου. «Το κείμενο είναι κομμένο σαν στένσιλ», διευκρινίζει ο καλλιτέχνης, «και διαβάζεται μέσα από το κενό, την απουσία του υλικού. Το σχήμα παραπέμπει σε call-out, τα σχήματα δηλαδή που χρησιμοποιούνται στους κειμενογράφους αλλά και στους εικονογραφημένους διαλόγους που περικλείουν ή περιγράφουν (ως περίγραμμα) διαλόγους και λεκτικά σχήματα, επιγράμματα».

Το Λιοντάρι (The Lion) της Μαρίας Τζανάκου αποτελείται από ένα κείμενο σε χαρτί και ένα μολυβάκι, τοποθετημένα σε ένα μικρό ξύλινο ράφι. Πρόκειται για άλλο ένα text sculpture, το οποίο αφηγείται μια προσωπική εμπειρία της καλλιτέχνιδας: «Το The Lion το έχω κάνει με αφορμή τα μαθήματα που πρόσφερα στο Σχολείο Δεύτερης Ευκαιρίας στις ανδρικές φυλακές Κορυδαλλού. Είχαμε φτιάξει ένα γραφίτι στον χώρο του σχολείου και εγώ είχα κάνει ένα με μολύβι, το I AGAINST I. Όταν το τελείωσα, ένας μαθητής μου ζήτησε το μολύβι μου για να σχεδιάσει ένα λιοντάρι. Μου επέστρεψε το μολύβι, σχεδόν μόνο η μύτη είχε μείνει, και μου είπε: Το λιοντάρι». Αυτό το λιοντάρι δεν φαίνεται πουθενά στο έργο, μπορούμε μόνο να το φανταστούμε. Τιμώντας τη σχέση που ανέπτυξε με τον κρατούμενο που της σχεδίασε την «προσωπογραφία» του, η Τζανάκου ενεργοποιεί την κολώνα της γκαλερί με το in situ έργο I AGAINST I, όπου στις τέσσερις πλευρές αφήνει με μολύβι το ίχνος της κάθε λέξης (I – AGAINST – I – AGAINST), έτσι ώστε να διαβάζεται περιμετρικά το ίδιο. Το σχέδιό της είναι συνθηματικό και κρυπτικό, περιέχει ένα μήνυμα με πολλούς αποδέκτες. Αν το συνταίριασμα αυτών των τριών λέξεων προέρχεται από το ομώνυμο τραγούδι του αμερικανικού hardcore punk συγκροτήματος Bad Brains, που περιλαμβάνεται στο τρίτο άλμπουμ τους του 1986, τότε ο χαρακτήρας του wall drawing της Τζανάκου είναι κατά βάση αποτρεπτικός. Ο στίχος “I don’t want to have I go against I”, που βγαίνει με την πρέπουσα οργή από τον λάρυγγα του τραγουδιστή Paul “HR” Hudson, επιθυμεί να μεταδώσει τις αρχές του ρασταφαριανισμού και να εκφράσει την αντίθεση των μελών του γκρουπ απέναντι στην ατομικιστική κοινωνία, που δίνει έμφαση στο “Me”, παράγοντας έτσι άτομα-αντικείμενα. Το I AGAINST I είναι ένα έργο για τον περσοναλισμό του χεριού και, ταυτόχρονα, αποτελεί το έναυσμα για έναν διάλογο που στόχο έχει να αφυπνίσει συνειδήσεις.

Το τρίτο έργο της Μάρως Μιχαλακάκου, με τίτλο Οι κόμποι, είναι ένα μικρό σχέδιο με μολύβι βασισμένο σε μια φωτογραφία της γνωστής εικαστικού Eva Hesse (1936-1970). Η ασπρόμαυρη φωτογραφία, τραβηγμένη από τον Hermann Landshoff στο τέλος του 1968 ή στις αρχές του 1969, απαθανατίζει την καλλιτέχνιδα στο σπίτι και ατελιέ της στη Νέα Υόρκη. Ξαπλωμένη σε ένα παλιό ντιβάνι διακοσμημένο με φυτικά μοτίβα, η Hesse καλύπτει σχεδόν όλο το σώμα της με ένα κουλουριασμένο λεπτό σχοινί, που μπορεί να είναι και καλώδιο. Περιβάλλεται επίσης από τέχνη: στον τοίχο, ακριβώς από πάνω της, κρέμονται δύο έργα των Sol Le Witt και Robert Smithson, ενώ σε ένα διπλανό χαμηλό τραπέζι είναι τοποθετημένα διάφορα «δοκιμαστικά έργα» της, μικρά σε μέγεθος και φτιαγμένα από καουτσούκ. Η Μιχαλακάκου κρατάει στο σχέδιό της μόνο το ντιβάνι, την ξαπλωμένη φιγούρα και το σχοινί, το οποίο, σαν μια μουντζούρα, έχει πια αντικαταστήσει το κάτω μέρος του σώματος της Hesse. Στη φωτογραφία η καλλιτέχνης λοξοκοιτάζει πονηρά τον φακό. Αυτό το συνωμοτικό βλέμμα απουσιάζει από το σχέδιο. Επιπλέον, η φιγούρα αποδίδεται καρτουνίστικα, με έντονα χείλη, γαμψή μύτη και κόμμωση bouffant. Τα μάτια της είναι ορθάνοιχτα αλλά είναι αμφίβολο αν είναι ζωντανή. Και πράγματι, το νήμα της ζωής της Hesse κόπηκε πρόωρα. Τον Απρίλιο του 1969 θα διαγνωστεί με εγκεφαλικό όγκο και θα αποβιώσει στις 29 Μαΐου του 1970. Δύο μέρες μετά ο Sol Le Witt, που βρίσκεται στο Παρίσι ετοιμάζοντας την ατομική του έκθεση στην γκαλερί Yvon Lambert, αφιερώνει στην καλύτερή του φίλη ένα σχέδιο τοίχου, πολύ διαφορετικό από όσα είχε κάνει μέχρι τότε, καθότι αποτελείται από κυματοειδείς γραμμές μαύρου μολυβιού, χαραγμένες με ελεύθερο χέρι. Το σχέδιο αυτό, με τίτλο Wall Drawing #46: Vertical lines, not straight, not touching, uniformly dispersed with density covering the entire surface of the wall (ο τίτλος, παρότι μακροσκελής δεν είναι απολύτως ακριβής, αφού σε πολλά σημεία οι γραμμές διασταυρώνονται), ήταν το αγαπημένο του καλλιτέχνη. «Δημιούργησε έναν δεσμό ανάμεσά μας, στη δουλειά μας», δήλωσε ο ίδιος αργότερα.

Ο Κρεμασμένος της Αναστασίας Δούκα είναι μια «νέα λήψη» (a retake) γιατί έχει εκτεθεί στο παρελθόν άλλες δύο φορές, στο κλειστό γυμναστήριο του Γυμνασίου του Αγίου Σιλβέστρου στο Σικάγο το 2014, όπου αποτελούσε μέρος μιας σύνθετης εγκατάστασης με τίτλο No Pockets, και δύο χρόνια αργότερα στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά, στο πλαίσιο ενός τριήμερου φεστιβάλ τεχνών. Στην πρώτη περίπτωση το ύφασμα ήταν ξεδιπλωμένο και κάλυπτε τις φορητές κερκίδες που δημιουργούσαν ένα φράγμα στο μέσο του γηπέδου, ενώ στη δεύτερη ήταν διπλωμένο και κρεμασμένο μπροστά από έναν παλιό καθρέφτη, ώστε ο θεατής να βλέπει τη φιγούρα κρεμασμένη ανάποδα. Στη νέα του εκδοχή, χωρίς τον καθρέφτη, ο Κρεμασμένος αναζητά ένα στήριγμα ερμηνείας. Μοιάζει να είναι ένα σχέδιο για ένα «σχέδιο», όχι όμως απαραίτητα ζωής. Είναι ένα επίγραμμα για ένα επίγραμμα – όχι συγκεκριμένο φυσικά, αλλά ούτε και απροσδιόριστο. Ο κρεμασμένος εδώ δεν είναι η Ιοκάστη. Είναι περισσότερο μια γλυκιά ανάμνηση από τα post-punk χρόνια. Έρχεται στο νου το The Missing Boy (1981), εκείνο το τραγούδι-επίγραμμα των Durutti Column, που έγραψε ο Vini Reilly για τον φίλο του, αυτόχειρα Ian Curtis, με τους εκπληκτικούς στίχους: Watch with obsession / Some accident of beauty / Try to capture / As the light begins to fail / Shapes to compose / Shadows of frailty / The dream is better / Dissolves into softness / But the end / The end is always the same. Την εντύπωση αυτή πιθανόν να εντείνει το γεγονός ότι η χλωρίνη στο ύφασμα μεταφέρει το DIY πνεύμα που συναντάμε στα ρούχα που έφτιαχναν οι φαν της πανκ μουσικής. Πέρα από τις όποιες καλλιτεχνικές συγγένειες και κοινές ευαισθησίες μπορεί να αναγνωρίσει κανείς στο σχέδιο της Δούκα (η «σπλαχνική» του αισθητική, για παράδειγμα, παραπέμπει σε έργα της Eva Hesse και του Mike Kelley), ο Κρεμασμένος είναι μια προσωπική υπόθεση.

Τα Επιγράμματα ολοκληρώνονται με το Επιτύμβιο του Κύριλλου Σαρρή. Αυτό το μικρό έργο, ανάγλυφο μεικτής τεχνικής, φτιάχτηκε το 2001 και εκτέθηκε το 2011 στην ατομική του καλλιτέχνη Οι αναγνώστες του Finnegans Wake / σημειώσεις για τον James Joyce, που πραγματοποιήθηκε στο Ινστιτούτο Σύγχρονης Ελληνικής Τέχνης. Στις οδηγίες χρήσεις, το έντυπο που συνόδευε την έκθεση στο ΙΣΕΤ ως στοιχείο της και όχι ως συνοδευτικός κατάλογος, το Επιτύμβιο περιγράφεται ως «προσωπογραφία» του ήρωα. Ο καλλιτέχνης και η Νίκη Παπασπύρου, επιμελήτρια εκείνης της έκθεσης, διευκρινίζουν: «Η ζωγραφική επιφάνεια φέρει γλυπτό και είναι αναφορά στα ταφικά μνημεία, ενώ ταυτοχρόνως αφηγείται μέσω της εικόνας την ιστορία του νεκρού –την κατακεραύνωση και την πτώση του–, ενώ το γλυπτό διασώζει ό,τι απέμεινε από τον τραγικό ήρωα, δηλαδή τα πόδια του». Το έργο ήταν κομβικής σημασίας, καθώς ήταν το πρώτο που συναντούσε ο επισκέπτης κατά την είσοδό του στον εκθεσιακό χώρο (είσοδος και έξοδος στην έκθεση του Σαρρή δεν διαχωρίζονταν, μιας και η κυκλική διάταξη των έργων πρότεινε ταυτοχρόνως δύο αναγνώσεις). Όπως στο ΙΣΕΤ, έτσι και εδώ το Επιτύμβιο είναι ένα σημείο της ανάγνωσης της έκθεσης. Ας κρίνει ο επισκέπτης αν σηματοδοτεί το τέλος ή την αρχή αυτής της επιμελητικής πρότασης. Σε κάθε περίπτωση, η αφήγηση παραμένει ανοιχτή…

Τέλος, περιττό να πούμε ότι η έκθεση Επιγράμματα αποτελεί και η ίδια ένα επίγραμμα.

                                                                                                                                                                                                       Χριστόφορος Μαρίνος